Λειτουργικός κίνδυνος- Ιστορική Αναδρομή
Διονύσης Φίλιππας- Οικονομολόγος   
Παρασκευή, 26 Δεκέμβριος 2008 18:16

Λειτουργικός κίνδυνος- ιστορική ΑναδρομήΗ διαχείριση του κινδύνου και ιδιαίτερα του λειτουργικού, αποτελεί ένα ζήτημα που απασχολεί όλο και περισσότερο τους ερευνητές τα τελευταία χρόνια. Κάνοντας μία ανασκόπηση στο παρελθόν, θα παρατηρήσουμε ότι πριν από τη δεκαετία του '80 δεν είχε γίνει καμία προσπάθεια αποτίμησής του, ούτε κάποια οργανωμένη θεσμική παρέμβαση, ώστε να προληφθούν περιστατικά και καταστάσεις που απειλούν ακόμη και την επιβίωση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

 

Τ

ο γεγονός, το οποίο άλλαξε σημαντικά τη νοοτροπία και οδήγησε σε έναν προβληματισμό γύρω από το όλο ζήτημα, αποτελεί η περίπτωση της Bankhaus Herstatt , μίας γερμανικής τράπεζας, της οποίας η ρευστοποίηση στις 26 Ιουνίου του 1974 μετά από το κλείσιμο των διατραπεζικών συστημάτων, οδήγησε τους αντισυμβαλλόμενούς της σε συνολική ζημία αξίας 620 εκατομμυρίων δολαρίων.

Αυτό το περιστατικό αποτελεί το ζωντανό παράδειγμα που αποδεικνύει ότι η διαχείριση του κινδύνου είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Με λίγα λόγια, για την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος απαιτείται η αύξηση των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών, καθώς και η ανάπτυξη συστημάτων μέτρησης και διαχείρισής του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κεντρικές τράπεζες των G-10 χωρών ανέλαβαν το συντονισμό και την υλοποίηση μίας ενιαίας στρατηγικής γύρω από τη διαχείριση των κινδύνων, δημιουργώντας την Επιτροπή της Βασιλείας, (ειδική επιτροπή της τράπεζας των Διεθνών Διακανονισμών που ασχολείται με την εποπτεία των τραπεζών). Τον Ιούλιο του 1988, η Επιτροπή δημοσίευσε το Σύμφωνο της Βασιλείας για την Κεφαλαιακή Επάρκεια με τίτλο "Διεθνής Σύγκληση της Κεφαλαιακής Μέτρησης και των Κεφαλαιακών Προτύπων" ή Basel 1. Η συμφωνία αυτή αφορούσε τη διεθνή εναρμόνιση των κανόνων της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών , καθώς και τον πιστωτικό κίνδυνο. Η βασική της διάταξη προέβλεπε ότι το σύνολο των κεφαλαίων θα έπρεπε να ανέρχονται τουλάχιστον στο 8 % των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού. Τα στοιχεία του ενεργητικού κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες , όπου ο συντελεστής στάθμισης λαμβάνει τιμές : 0 %, 20 %, 50 % και 100%. Παράλληλα, η Συμφωνία αναφέρεται και στα εξω-λογιστικά στοιχεία, τα οποία και εκείνα κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες κινδύνου με αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης.

To 1996 έγινε μία τροποποίηση χρησιμοποιώντας πρόβλεψη για τους κινδύνους αγοράς (market risk) του χαρτοφυλακίου συναλλαγών των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αν και η αναγνώριση και μόνο της αναγκαιότητας διαχείρισης του κινδύνου αποτελεί από μόνη της ένα πολύ θετικό βήμα, εν τούτοις οι προτάσεις της Επιτροπής δημιούργησαν ορισμένα προβλήματα. Μία πολύ αρνητική συνέπεια αποτελεί το γεγονός ότι το σύστημα αυτό για κάθε επιχειρηματικό δάνειο προβλέπει το ίδιο ύψος ιδίων κεφαλαίων, δημιουργώντας αντικίνητρο στην παροχή δανείων σε επιχειρήσεις υψηλής πιστοληπτικής αξιοπιστίας. Επίσης, η παραδοχή ότι υπάρχει τέλεια θετική συσχέτιση των αποδόσεων των περιουσιακών στοιχείων ουσιαστικά υπερεκτιμά τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, αυξάνοντας αντίστοιχα και το ποσό του απαιτούμενου κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν αναπτύξει δραστηριότητες γνωστές ως RCA (regulatory capital arbitrage), με τις οποίες μειώνεται το ύψος των ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται θεσμικά, χωρίς όμως να αλλάζει η διάρθρωση του κινδύνου.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά τα προβλήματα, η Επιτροπή της Βασιλείας δημοσίευσε τον Απρίλιο του 2003 το δεύτερο συμβουλευτικό κείμενο (Consultative Document). Αργότερα ακολούθησε η αναθεώρηση του προϋπάρχοντος πλαισίου με τη δημοσίευση, τον Ιούνιο του 2004, του τελικού κειμένου, που ονομάζουμε Βασιλεία ΙΙ (Basel 2: International Convergence of Capital Measurement and Capital Standards: Α Revised Framework).

Η Βασιλεία ΙΙ παρέχει περισσότερες εναλλακτικές σε σχέση με τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και του κινδύνου αγοράς, δίνοντας στις τράπεζες την απαραίτητη ευελιξία, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, μειώνοντας τα προβλήματα που δημιουργούνται από την εφαρμογή ενός πολύ συγκεκριμένου πλαισίου, που δεν είναι το αρμόζον σε όλες τις περιπτώσεις. Παράλληλα, κάνει πρόβλεψη και για το regulatory capital arbitrage, εφαρμόζοντας οικονομικά ακριβέστερους συντελεστές κινδύνου και θεσπίζοντας συγκεκριμένες διαδικασίες, ώστε να γίνει αποδεκτό ότι κάθε μεταβιβάζουσα τράπεζα έχει μεταφέρει τον κίνδυνο και δικαιούται μείωσης των απαιτούμενων κεφαλαίων.

Βέβαια, ένας τομέας στον οποίο η συμβολή της Επιτροπής είναι καθοριστικός είναι η διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου, για τον οποίο η Βασιλεία Ι δεν είχε κάνει κάποια πρόβλεψη, λόγω της πολυπλοκότητάς του, αλλά και ίσως επειδή δεν είχε γίνει τόσο κατανοητή η τεράστια σημασία του για την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Παράλληλα, στο διάστημα μεταξύ του 1988 (Βασιλεία Ι) και του 2004 (Βασιλεία ΙΙ), γεγονότα όπως η κατάρρευση της Barings Bank (1995), Enron (2001), ή ακόμα και το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου (2001) κατέδειξαν το πώς προβλήματα στην οργάνωση, σκάνδαλα, ή απρόβλεπτα περιστατικά μπορούν να επηρεάσουν την πορεία ενός οργανισμού, αλλά και να κλονίσουν ακόμη και το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Γι' αυτό το λόγο και η Βασιλεία ΙΙ ενέταξε στο εγχείρημά της και τη διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου. Μέσω των τριών βασικών πυλώνων της, που θα αναπτυχθούν παρακάτω (ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, εποπτική αξιολόγηση, πειθαρχία της αγοράς), προσπαθεί συνεχώς να συμβάλλει στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη μείωσή του.

Προέχει, όμως πριν από την παρουσίαση του έργου της ως προς το λειτουργικό κίνδυνο, να προσδιοριστεί με σαφήνεια ο ορισμός της έννοιάς του, έτσι ώστε να γίνει κατανοητό το εύρος, αλλά και οι δυσκολίες που ανακύπτουν στην προσπάθεια αυτή της Επιτροπής.

 

 


Δείτε Επίσης: