Τρόποι εκδήλωσης του λειτουργικού κινδύνου
Διονύσης Φίλιππας- Οικονομολόγος   
Παρασκευή, 26 Δεκέμβριος 2008 18:19

Τρόποι εκδήλωσης του λειτουργικού κινδύνου

Λειτουργικός κίνδυνος

Εκτός από την ανάλυση των πηγών, είναι απαραίτητη η κατάταξη του φαινομένου του λειτουργικού κινδύνου με γνώμονα τους τρόπους με τους οποίους αυτός εμφανίζεται.

Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται η εικόνα του και γίνεται πιο εύκολος ο εντοπισμός και η μέτρησή του. Τα είδη γεγονότων είναι τα εξής:

 

1. Εσωτερική απάτη (internal fraud) 2. Εξωτερική απάτη (external fraud) 3. Πρακτικές απασχόλησης και ασφάλεια στο χώρο εργασίας (employment practices and workplace safety) 4. Πελάτες, προϊόντα και επιχειρησιακές πρακτικές (clients, products and business practices) 5. Βλάβη σε φυσικά αποθέματα (damage to physical assets) 6. Παρεμπόδιση επιχειρηματικής δραστηριότητας, αποτυχίες συστημάτων (business disruption and system failures) 7. Εκτέλεση, διανομή και διαχείριση διαδικασιών(execution, delivery and process management).

T

α περισσότερα περιστατικά, όπως γίνεται κατανοητό, είναι αποτελέσματα ελλείψεων και ατελειών στην οργάνωση των τραπεζών, στα οποία ανεπαρκείς έλεγχοι, μη σωστός διαχωρισμός καθηκόντων, υιοθέτηση λανθασμένων επιχειρηματικών επιλογών εντός και εκτός των οργανισμών, αυξάνουν δραματικά τα περιστατικά λειτουργικού κινδύνου. Εδώ θα πρέπει να αναφερθούν και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά τη λειτουργία των πληροφοριακών συστημάτων, καθώς η ανάπτυξη πρακτικών, όπως του ηλεκτρονικού εμπορίου ή και του e-banking, καθώς και η αυτοματοποίηση των συναλλαγών επιτάσσουν την εγρήγορση από μέρους των τραπεζών για τη δημιουργία των κατάλληλων δικλείδων ασφαλείας. Με λίγα λόγια, η διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου είναι κυρίως εσωτερικό ζήτημα που αφορά τη διάρθρωση της οργάνωσης και τη δημιουργία θεσμικών πρωτοβουλιών για τη βελτίωσή της. Όμως, εκτός από τον "ποιοτικό" χαρακτήρα της, για να μπορέσουμε να έχουμε μία πλήρη εικόνα των κινδύνων που αντιμετωπίζει μία τράπεζα, μπορούμε να κάνουμε χρήση των περιστατικών αυτών, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται, δημιουργώντας αντίστοιχα μοντέλα. Γι΄ αυτό το λόγο και η επιτροπή της Βασιλείας, στην προσπάθειά της να δημιουργήσει ένα πλαίσιο αποτελεσματικής διαχείρισης του λειτουργικού κινδύνου, προσπάθησε να συνδυάσει τα "ποιοτικά" με τα "ποσοτικά" κριτήρια, μέσω των τριών βασικών της πυλώνων, οι οποίοι είναι οι εξής:

1) Ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις
2) Εποπτική Αξιολόγηση
3) Δημοσιοποίηση

Η μέθοδος των εσωτερικών διαβαθμίσεων (Internal ratings-based)

Με τη μέθοδο των εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRB), τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις εσωτερικές τους εκτιμήσεις για τη φερεγγυότητα του δανειολήπτη, ώστε να αξιολογήσουν τον πιστωτικό κίνδυνο στα χαρτοφυλάκιά τους, σύμφωνα με τα αυστηρά μεθοδολογικά και γνωστοποιημένα πρότυπα. Επιπλέον, ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα εκτιμά τη φερεγγυότητα κάθε δανειολήπτη και τα αποτελέσματα μεταφράζονται σε εκτιμήσεις μιας ενδεχόμενης μελλοντικής απώλειας ποσού, που διαμορφώνει τη βάση των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων. Το πλαίσιο επιτρέπει τόσο μια βασική μέθοδο, όσο και περισσότερο προχωρημένες μεθοδολογίες για επιχειρησιακές, κυρίαρχες και χρηματοπιστωτικές εκθέσεις. Με τη βασική και τις προχωρημένες μεθόδους εσωτερικών διαβαθμίσεων, το εύρος των σταθμίσεων κινδύνου είναι πολύ πιο ποικίλο από αυτά της τυποποιημένης μεθόδου, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη ευαισθησία στον κίνδυνο. Η μέθοδος των εσωτερικών διαβαθμίσεων βασίζεται στην εσωτερική αξιολόγηση των ομολόγων και των εκθέσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Βασίζεται σε τρία βασικά στοιχεία:

•Τις παραμέτρους του πιστωτικού κινδύνου
•Τη λειτουργία της στάθμισης κινδύνου
• Τις ελάχιστες απαιτήσεις

Τύποι Λειτουργικού Κινδύνου

1. Legal Risk
2. System Risk
3. Reputation Risk
4. Process Risk
5. People Risk
6. Event Risk

Για τη μέτρησή του χρησιμοποιούνται: α) η τυποποιημένη μέθοδος (standardized approach), β) η εξελιγμένη μέθοδος (advanced measurement approach), γ) η μέθοδος βασικού δείκτη (Basic Indicator approach). Η τυποποιημένη μέθοδος καθορίζει διαφορετικούς μετρητές για διαφορετικές επιχειρησιακές γραμμές και σε αυτήν προτείνεται εξειδίκευση των συντελεστών κατά τραπεζική δραστηριότητα και χρήση διαφορετικών οικονομικών δεικτών κατά περίπτωση. Η Εξελιγμένη μέθοδος απαιτεί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να χρησιμοποιούν την απώλεια των εσωτερικών τους δεδομένων στην εκτίμηση του απαιτούμενου κεφαλαίου. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις με βάση τη δική τους μεθοδολογία αποτίμησης λειτουργικών κινδύνων.

Για να υιοθετηθεί και να εφαρμοσθεί η μεθοδολογία ΑΜΑ, θα πρέπει να εκπληρώνονται μια σειρά από ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια, όπως το ότι η βάση πρέπει να διαθέτει ιστορικά στοιχεία τουλάχιστον τριών ετών για την αρχική εφαρμογή της ΑΜΑ και πέντε ετών στη συνέχεια. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που εφαρμόζουν τη μέθοδο εσωτερικής μέτρησης δε μπορούν να είναι μικρότερες από το 75% των κεφαλαιακών απαιτήσεων που θα υπολογίζονταν σύμφωνα με την Standardised μέθοδο. Τέλος, η μέθοδος βασικού δείκτη χρησιμοποιεί ένα μετρητή λειτουργικού κινδύνου για τη συνολική εργασία ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.

Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει να αναγνωρίζουν και να αξιολογούν το ύψος του λειτουργικού κινδύνου που εμπεριέχεται σε όλο το εύρος των προϊόντων, δραστηριοτήτων, διαδικασιών και συστημάτων τους. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει να διαθέτουν πολιτικές και διαδικασίες για τον έλεγχο και το μετριασμό των σημαντικότερων μορφών λειτουργικού κινδύνου,ανάλογα με τη διάθεσή τους να αναλάβουν επιπλέον κίνδυνο. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να έχουν σχέδια έκτακτης ανάγκης και συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνέχιση των λειτουργιών τους και να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανές ζημιές σε περιπτώσεις σοβαρής διατάραξης των συνθηκών ομαλής λειτουργίας τους.

Η Συμφωνία του 1988 έθετε την κεφαλαιακή επάρκεια απλά σε όρους πιστωτικού κινδύνου (ο βασικός κίνδυνος για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα), παρόλο που όλες οι κεφαλαιακές απαιτήσεις (όπως το 8% ελάχιστο ποσοστό) σκόπευαν να καλύψουν και άλλους κινδύνους. Το 1996 κάποιες εκθέσεις του κίνδυνου αγοράς αποσπάστηκαν και έδωσαν ξεχωριστούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Η Επιτροπή της Βασιλείας στην προσπάθειά της να εξάγει μεγαλύτερη ευαισθησία πιστωτικού κινδύνου, εργάστηκε για να αναπτύξει έναν κατάλληλο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας για το λειτουργικό κίνδυνο. Πολλά μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσδιορίζουν 20% και περισσότερο του εσωτερικού τους κεφαλαίου στο λειτουργικό κίνδυνο.

Όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αυτά επιλέγουν μέθοδο αξιολόγησης του λειτουργικού κινδύνου, ανάλογα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες και τα τεχνολογικά μέσα που διαθέτουν. Όμως, ενθαρρύνονται να κινηθούν προς την υιοθέτηση των περισσότερο εξελιγμένων μεθόδων όσο περισσότερο αναβαθμίζουν τις εσωτερικές τους διαδικασίες και τα συστήματα αποτίμησης λειτουργικού κινδύνου. Η μέθοδος που θα επιλέγεται θα πρέπει να αντιστοιχεί στη συνθετότητα των δραστηριοτήτων τους και να σχετίζεται άμεσα με τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου. Και τέλος επιτρέπεται η χρησιμοποίηση διαφορετικών μεθόδων για διαφορετικές μονάδες δραστηριότητας. Η Επιτροπή αναμένει ο λειτουργικός κίνδυνος να αποτελεί το 20% των κεφαλαιακών απαιτήσεων με τη νέα Συμφωνία. Επίσης, η Επιτροπή πιστεύει ότι λόγω της ανάπτυξης των εργασιών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως η ασφάλεια και το outsourcing, η εξάρτηση από τη διαρκώς αναπτυσσόμενη τεχνολογία και τα πολύπλοκα οικονομικά προϊόντα, ο λειτουργικός κίνδυνος είναι ιδιαίτερα σημαντικός.

Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, βάσει και της Βασιλείας ΙΙ, συμπεριλαμβάνει πλέον και ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του λειτουργικού κινδύνου (operational risk) που αναλαμβάνει ένα πιστωτικό ίδρυμα.

Εποπτικά ίδια κεφάλαια / credit risk + market risk + operational risk = δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ( το ελάχιστο είναι 8%)

Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του λειτουργικού κινδύνου θα είναι περίπου το 12% των συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων. Οι εποπτικές αρχές οφείλουν να παρακολουθούν την επάρκεια των συστημάτων διαχείρισης κινδύνου, την ποιότητα της εταιρικής διακυβέρνησης, την έκθεση κινδύνων, την κεφαλαιακή επάρκεια, τη ρευστότητα, τις λογιστικές αρχές και την ποιότητα κερδοφορίας ενός χρηματοπιστωτικού κινδύνου. Με αυτόν τον τρόπο, θα έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν σε κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, οι οποίες θα μπορούν να είναι και υψηλότερες από το ελάχιστο όριο των 8%, ανάλογα με την εκτιμώμενη έκθεση κινδύνου του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος

 


Δείτε Επίσης: